δαμαλίζω

δαμαλίζω
(I)
εμβολιάζω με δαμαλίδα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στα Ελλ. ξεν. όρου
(πρβλ. αγγλ. vaccinate). Η λέξη μαρτυρείται από το 1864 στον Λουκ. Ι. Καραλίβανο].
————————
(II)
δαμαλίζω (Α) [δαμάλης]
δαμάζω (ατίθασα άλογα).

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • δαμαλίζω — ισα, δαμαλισμένος, εμβολιάζω κατά της ευλογιάς, βατσινώνω, μπολιάζω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναδαμαλίζω — δαμαλίζω εκ νέου, κάνω αναδαμαλισμό. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο ελληνικός όρος πλάστηκε < ανα * + νεώτ. δαμαλίζω «εκτελώ δαμαλισμό», που μαρτυρείται από το 1883 ατούς Ελληνικούς Κώδικες] …   Dictionary of Greek

  • δαμαλίζεται — δαμαλίζω to subdue pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμαλιζομένα — δαμαλιζομένᾱ , δαμαλίζω to subdue pres part mp fem nom/voc/acc dual δαμαλιζομένᾱ , δαμαλίζω to subdue pres part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πυκταλίζω — Α πυκτεύω*. [ΕΤΥΜΟΛ. < πύκτης + εκφρ. κατάλ. αλ ίζω, πιθ. κατά τα: ἁρπαλίζω, δαμαλίζω] …   Dictionary of Greek

  • δαμαλίζοι — δαμαλίζοῑ , δαμαλίζω to subdue pres opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”